Η Κατερίνα δούλευε σε εταιρεία τροφίμων στην Αθήνα και ήταν παντρεμένη με τον Θοδωρή δεκαεπτά χρόνια. Κάθε Σεπτέμβρη ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη για τη Διεθνή Έκθεση: περίπτερα, δείγματα, ατελείωτα χαμόγελα σε αγνώστους.
Ο Άντρος ήταν από τη Λεμεσό και πουλούσε χαλούμι. Είχε μια ήσυχη φωνή και μια συνήθεια να ρωτάει «εσύ πώς είσαι;» και να περιμένει πραγματικά την απάντηση.
Η παραλία
Την τρίτη νύχτα περπάτησαν στη Νέα Παραλία ως τις Ομπρέλες του Ζογγολόπουλου. Ο αέρας μύριζε θάλασσα και καλαμπόκι. Εκείνος δεν τη φίλησε. Εκείνη τον φίλησε.
Στο δωμάτιό του, με τη θέα στον Θερμαϊκό, η Κατερίνα ξέχασε για λίγες ώρες ποια ήταν. Τα υπόλοιπα τα κρατάει για τον εαυτό της.
Το μήνυμα
Γύρισε στην Αθήνα. Ο Άντρος της έστελνε σπάνια, προσεκτικά. Ένα βράδυ, ενώ εκείνη ήταν στο μπάνιο, το κινητό της φωτίστηκε στον καναπέ. Η δεκαεξάχρονη Δανάη το είδε.
Μου λείπεις. Ακόμα μυρίζω τη θάλασσα της Θεσσαλονίκης.
Η Δανάη δεν είπε τίποτα. Ούτε εκείνο το βράδυ, ούτε την επομένη. Αλλά η Κατερίνα το κατάλαβε από τον τρόπο που την κοίταζε στο πρωινό: με μια σοβαρότητα που δεν είχε ξαναδεί.
Η κουβέντα
Μια εβδομάδα αργότερα, στο αυτοκίνητο, στο φανάρι της Συγγρού, η Δανάη είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι:
«Το είδα το μήνυμα, μαμά.»
Η Κατερίνα έκλεισε τα μάτια.
«Δεν θα πω τίποτα στον μπαμπά», συνέχισε η κόρη της. «Αλλά δεν θέλω να το κουβαλάω εγώ. Είναι δικό σου.»
Εκείνο το βράδυ η Κατερίνα έστειλε στον Άντρο ένα τελευταίο μήνυμα. Μετά κάθισε απέναντι στον Θοδωρή στην κουζίνα και του τα είπε όλα.
Ήταν η πιο δύσκολη νύχτα του γάμου τους. Ακόμα δεν ξέρουν αν θα τα καταφέρουν. Πηγαίνουν σε σύμβουλο κάθε Πέμπτη. Η Δανάη δεν ρωτάει. Μόνο, κάποιες φορές, πιάνει το χέρι της μητέρας της στο αυτοκίνητο και το κρατάει ως το επόμενο φανάρι.



