Το πάρτι γινόταν σε μια παλιά αποθήκη στα Λαδάδικα. Ο Άρης είχε πάρει την πρόσκληση από μια φίλη, που του είπε μόνο: «Πήγαινε να δεις. Κανείς δεν σε υποχρεώνει σε τίποτα. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας εκεί μέσα.»
Στάθηκε στον τοίχο μια ώρα, με ένα ποτήρι νερό.
Η Δανάη
Καθόταν σε έναν βελούδινο καναπέ, ξυπόλυτη, με ένα μακρύ μαύρο φόρεμα. Δίπλα της, στο πάτωμα, ήταν ένα ζευγάρι γόβες από σκούρο κόκκινο βελούδο. Μιλούσε με κάποιον, αλλά κοίταζε εκείνον.
Μετά από ένα τέταρτο, σήκωσε δύο δάχτυλα. Εκείνος πλησίασε.
«Πρώτη φορά;»
«Φαίνεται;»
«Όλα φαίνονται εδώ», είπε. «Κάθισε. Στο πάτωμα.»
Η κουβέντα
Πριν από οτιδήποτε, ήθελε να μιλήσουν. Σχεδόν μία ώρα. Τι ψάχνει. Τι φοβάται. Τι ποτέ. Άκουγε χωρίς να κρίνει, και ο Άρης βρέθηκε να λέει πράγματα που δεν είχε πει ποτέ φωναχτά.
Μετά σήκωσε τις γόβες και του τις έβαλε στα χέρια.
«Αυτός είναι ο κανόνας», είπε. «Τις κρατάς. Όλο το βράδυ. Δεν τις αφήνεις κάτω. Όταν θέλω να τις φορέσω, θα μου τις φορέσεις εσύ. Ως τότε, αποφασίζω εγώ για όλα: πού στέκεσαι, πότε μιλάς, πού κοιτάς. Αν θες να σταματήσεις, τις αφήνεις στο πάτωμα και λες βελούδο. Τελειώνει αμέσως, κι εδώ κανείς δεν θα σε κοιτάξει στραβά. Σου το υπόσχομαι.»
«Κι αν δεν τις αφήσω ποτέ;»
«Τότε θα μάθεις κάτι για τον εαυτό σου.»
Η νύχτα
Τις κράτησε. Όλο το βράδυ. Τον έβαλε να περιμένει, να ζητάει άδεια, να ακολουθεί δύο βήματα πίσω της ανάμεσα στους ανθρώπους. Τον άγγιζε σπάνια, και κάθε φορά το άγγιγμα έκαιγε για ώρες. Το βελούδο στα χέρια του ζεστάθηκε, έγινε σχεδόν μέρος του σώματός του.
Κάποια στιγμή, μετά τις δύο, κάθισε πάλι στον καναπέ και άπλωσε το πόδι της.
«Τώρα.»
Γονάτισε και της φόρεσε τις γόβες, αργά, πρώτα τη μία, μετά την άλλη. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο ταπεινός και τόσο περήφανος ταυτόχρονα. Ό,τι έγινε μετά μένει στα Λαδάδικα.
Τον Μάρτιο υπάρχει ξανά πάρτι. Η Δανάη του έστειλε ένα μόνο μήνυμα: Θα φέρω τις γόβες. Να έχεις άδεια χέρια.



