Ο Γιώργος τη γνώρισε στο ασανσέρ της πολυκατοικίας στο Κολωνάκι. Εκείνος έμενε στον τρίτο. Εκείνη πατούσε πάντα το εννιά. Ήταν γύρω στα πενήντα, με ασημένια μαλλιά πιασμένα ψηλά, και κρατούσε πάντα ένα κομπολόι από κεχριμπάρι που κουδούνιζε απαλά στα δάχτυλά της.
Ένα βράδυ, ανάμεσα στον τρίτο και τον ένατο, του είπε χωρίς να τον κοιτάξει:
«Με κοιτάς τρεις εβδομάδες. Ανέβα την Πέμπτη στις δέκα. Αν τολμάς.»
Ο ένατος
Το διαμέρισμα είχε μια ταράτσα με θέα στην Ακρόπολη, φωτισμένη χρυσή μέσα στη νύχτα. Η Αθηνά καθόταν σε μια πολυθρόνα, με το κομπολόι στο χέρι.
«Κάθισε. Όχι στην καρέκλα. Στο χαλί.»
Κάθισε.
«Ξέρεις πόσες χάντρες έχει ένα κομπολόι;» ρώτησε.
«Όχι.»
«Αυτό έχει τριάντα τρεις. Κάθε χάντρα είναι ένας κανόνας. Θα σου τους λέω έναν έναν, όποτε θέλω εγώ.»
Οι χάντρες
Πριν από την πρώτη χάντρα, όμως, του έδωσε ένα χαρτί. Τι ήθελε. Τι ποτέ. Μέχρι πού. Και στο τέλος, υπογραμμισμένη, μία λέξη: κόκκινο.
«Αν την πεις, ξαναγίνομαι η γειτόνισσα του ένατου, και μιλάμε για τα κοινόχρηστα. Χωρίς παρεξήγηση.»
Το συμπλήρωσε εκεί, στο χαλί, ενώ εκείνη τον παρακολουθούσε σιωπηλή.
Μετά άρχισαν οι χάντρες.
Μιλάς μόνο όταν σε ρωτάω. Κλικ.
Κοιτάς κάτω, ώσπου να σου πω. Κλικ.
Λες «ευχαριστώ» όταν σε επαινώ. Κλικ.
Ο ήχος του κεχριμπαριού έγινε η μόνη μουσική της βραδιάς. Τον άγγιζε σπάνια, ένα δάχτυλο κάτω από το πιγούνι, ένα χέρι στον ώμο. Αρκούσε για να τον κρατήσει ξύπνιο ως το πρωί. Ό,τι γίνεται στον ένατο, μένει στον ένατο.
Τριάντα τρεις
Έχουν περάσει τέσσερις μήνες. Η Αθηνά έχει φτάσει στη δέκατη ένατη χάντρα. Ο Γιώργος δεν ξέρει τι θα γίνει όταν φτάσει στην τριακοστή τρίτη. Εκείνη λέει ότι θα ξεκινήσει από την αρχή, με καινούριους κανόνες.
Στο ασανσέρ πλέον δεν μιλάνε. Μόνο, κάποιες φορές, εκείνη περνάει μια χάντρα στα δάχτυλά της, και ο ήχος φτάνει για να του κοπεί η ανάσα.



